ο Όρκος του Μεθυσμένου
σε είδα το πρωί – δε φόραγες μασκάρα
η μάπα σου ήτανε – σα να τη σέρναν κάρα
το βράδυ σε λασπόνερα – πέτρες και κοπριά
και ήθελα να φύγω – να τρέξω μακριά
άνοιξες τα μάτια σου – με κοίταξες με πάθος
να αντέξω δε βοήθησε – το άλκοολ κι ο μπάφος
αν σε ζωγράφισ’ ο θεός – δεν κάνει για ζωγράφος
γλύπτης μόνο παράλυτος- θα πλαθε τέτοιο λάθος
μου γνεψες να ρθω κοντά – να σε χαιδολογήσω
πιο έυκολα θα πήγαινα – το Μήτσο να πηδήξω
μα εσύ όμως επέμενες – να ρθώ και να στο ρίξω
κακούργε άσπλαχνε θεέ – που πάω να τον σφυρίξω
ήθελα να ξερα εχθές – πόσο στον μπ…τσο ήπια
το σκέφτομαι και απορώ – με τα γαμω τερτίπια
που το πιωμένο μου μυαλό – κατάντησε συνήθεια
όταν ξυπνάω το πρωί – να’μαι μες την κατήφια
έλα χριστέ και παναγία – πόσο ήπια ο μαλάκας
τη θάλασσ’ απ’ τον Πειράια – στην όχθη των Μαράκας
τα μούτρα σου αποτέλεσμα – θανατηφόρας τράκας
καλύτερα να ξεσκιστώ – με δυο λεπρούς Chewbaccas
όχι μη μου λικνίζεσαι – με τέρψη και με νάζι
λυπήσου παιδοβούβαλο – δε θα μείνει γρανάζι
το κρεβατάκι που πονεί – και που βροντοφωνάζει
“πάρ’ απο πάνω τη χοντρή – που απ’ τον ιδρώτα στάζει”
γαμώτο ανακατεύτηκα – με το στομάχι κόμπο
σα να μην προστατεύτηκα – από αρχαίο όμβρο
προσβάλεις με τη φάτσα σου – της φύσης κάθε νόμο
πολύνεκρο δυστύχημα στην Κηφισσιάς τον κόμβο
ποτέ μου να μην ξαναπιώ – παίρνω όρκο βαρύ
ήθελα να ξερα κανείς – ν’αντέξει αν μπορεί
φάτσα τόσο κακάσχημη – λιπαρό κορμί
η μάνα που σε γέννησε – να μας πει το γιατί!!!






